Κυριακή, 18 Σεπτεμβρίου 2016

Ο Επίκουρος και η Επικούρεια Φιλοσοφία


Ο Επίκουρος γεννήθηκε στη Σάμο κατά το χειμώνα του 342 π.Χ. Ήταν γιος του Αθηναίου Νεοκλέους, ο οποίος είχε αποσταλεί δέκα χρόνια νωρίτερα στο νησί αυτό σαν άποικος. Αλλά ας δούμε τις πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες της εποχής.




Από το τέλος του πέμπτου αιώνα π.X. η πολιτική τύχη της Ελλάδας βρισκόταν σε κατάσταση απόγνωσης. Σε μια καταπληκτικά βραχεία χρονική περίοδο κατά τον έβδομο και έκτο αιώνα, ο ελληνικός πολιτισμός είχε φτάσει σε τόσο υψηλό σημείο ζωτικότητας και ακμής, ώστε ακόμη και σήμερα στρέφονται τα βλέμματά μας με θαυμασμό προς τη μικρή, αλλά ένδοξη Ελλάδα. Πολιτειακοί θεσμοί, οικονομικός βίος, τέχνη και φιλοσοφία δείχνουν καταφανέστατα τον ύψιστο εκείνο πολιτισμό. Γύρω στο τέλος όμως του πέμπτου αιώνα η πολιτική τύχη των Ελλήνων είχε κριθεί. Η Ελλάδα άρχισε ήδη να βαδίζει προς τη παρακμή και την κατάπτωση. Οι ίδιοι παράγοντες, που καθοδήγησαν τον Ελληνισμό στη μεγαλειώδη εξέλιξή του, τον έφεραν στον όλεθρο: δηλαδή ο τοπικός περιορισμός μέσα σε μικρές αυτοτελείς πολιτείες και η δημοκρατία. Το πολίτευμα αυτό, το οποίο κατά τους χρόνους της μεγάλης ακμής είχε κινητοποιήσει κάθε ατομική δύναμη, την οποία χρησιμοποίησε σαν παράγοντα συνολικής φυλετικής προόδου, εκφυλίστηκε σε μια απλή κυριαρχία των μαζών, κατά την διάρκεια της οποίας θριάμβευσε σκανδαλωδώς, κάτω από το πρόσχημα της ισότητας, η τυραννία του όχλου η εκείνων, οι οποίοι είχαν την ικανότητα να εξασφαλίσουν την εύνοια των πολλών υπέρ του δημοκρατικού πολιτεύματος. Η περιοριστική συγκέντρωση της σκέψης στο άστυ καθιστούσε αδύνατη την έξοδο των Ελλήνων από τον στενό αυτό ορίζοντα σε μια δοσμένη στιγμή. Η στιγμή αυτή είχε παρουσιαστεί, όταν η Ελλάδα αναγκάστηκε να διατρέξει ένα στάδιο διεθνούς πολιτικής, δηλαδή κατά τους περσικούς πολέμους και μετά από αυτούς. Συνηθισμένη όμως να περιορίζεται μέσα στα στενά όρια των πόλεων, ήταν ανίκανη για μια τέτοια πολιτική. Οι δύο αυτές περιστάσεις που συνδέονται με την πολιτική των ελληνικών επικρατειών, έγιναν αφορμή μιας τέτοιας αμηχανίας και σύγχυσης, ώστε τα άριστα και πραγματικά μορφωμένα στοιχεία αποσύρθηκαν από το δημόσιο βίο, εγκαταλείποντας τη πολιτική σταδιοδρομία στους επαγγελματίες πολιτικούς και δημαγωγούς. Ήδη ο Περικλής ανησυχεί που οι συνετοί πολίτες απέφευγαν την ανάμιξη στον πολιτικό βίο.

Η οικτρή αυτή πολιτική κατάστασης κατοπτρίζεται ήδη αρνητικά στην «Πολιτεία» του Πλάτωνα, στην οποία σαν μόνοι αγαθοί κυβερνήτες θεωρούνται οι φιλόσοφοι. Ο Αριστοτέλης επίσης αναμένει τη σωτηρία από αυτή ταύτη την πολιτεία. Εντούτοις, ήδη κατά το τέλος του τετάρτου αιώνα, επεκράτησε η γνώμη και εδραιώθηκε η πεποίθηση, ότι η σωτηρία των Ελλήνων ήταν πλέον αδύνατη.

Η πεποίθηση αυτή υπήρξε το ψυχολογικό ελατήριο για τη συγκρότηση των δύο μεγάλων φιλοσοφικών Σχολών, που γέννησε ο Ελληνισμός, την εποχή που έκλινε ο αστέρας του προς τη δύση του, δηλαδή της Σχολής των Στωικών και της Σχολής των Επικούρειων. Κοινό χαρακτηριστικό γνώρισμα και των δύο αυτών Σχολών ήταν η απομόνωση των ατόμων για την πραγμάτωση καθαρά ατομικών ιδανικών. Τόσο η φιλοσοφία των Στωικών, όσον και των Επικούρειων επιδιώκει αποτελεσματικά να καθοδηγήσει το άτομο στην ευδαιμονία. Και οι δυο αυτές κοσμοθεωρίες συμφωνούν, ότι η ευδαιμονία δεν εξαρτάται από τα εξωτερικά αντικείμενα του κόσμου, αλλά κατοικεί στη σφαίρα της ατομικότητας. Το ιδεώδες δεν συνίσταται πια, όπως προηγούμενα, στη συνολική πολιτειακή ζωή, αλλά στην απόλυτη ανεξαρτησία και ελευθερία του ατόμου, το οποίο καθορίζει μεμονωμένα τους σκοπούς της ζωής του, χωρίς καμιά εξάρτηση από το κοινωνικό σύνολο.

Τον τρόπον με τον οποίον δημιούργησαν οι Στωικοί, απεικόνισαν και προσπάθησαν να επιδιώξουν το ιδανικό τους, διδάσκουν ο Επίκτητος, ο Σενέκας και ο Μάρκος Αυρήλιος. Η παρούσα πραγματεία αποσκοπεί αποκλειστικά να εκθέσει τις ιδέες και αντιλήψεις της Σχολής του Επίκουρου.

Δείτε επίσης:
• Αθεΐα: Η Μεγαλύτερη Κατάκτηση του Ελληνικού Πνεύματος
• Οι Ελληνικές ρίζες του Διαφωτισμού και της Αναγέννησης -Το μέλλον του παρελθόντος μας (BINTEO)
• Όλοι οι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι με τα ρητά και τα έργα τους

Επίκουρος και Επικούριοι

Ο Επίκουρος γεννήθηκε στη Σάμο κατά το χειμώνα του 342 π.Χ. Ήταν γιος του Αθηναίου Νεοκλέους, ο οποίος είχε αποσταλεί δέκα χρόνια νωρίτερα στο νησί αυτό σαν άποικος. Ο Νεοκλής ήταν και γραμματοδιδάσκαλος. Ο Επίκουρος βοηθούσε τον πατέρα στο έργον του, διδάσκοντας και αυτός στα παιδιά των αποίκων τα πρώτα γράμματα. Και αυτή όμως η τέχνη δεν εξασφάλιζε τον επιούσιο, γι’ αυτό και η μητέρα του Επικούρου Χαιρεστράτη βρέθηκε στην ανάγκην να προσφέρει τον οβολό της στην οικογένεια. Επισκεπτόταν, όπως διηγούνται, διάφορες εύπορες οικογένειες και εξεδίωκε επί αμοιβή με εξορκισμούς και διάφορες μαγικές ρήσεις τους δαίμονες του κακού και των ασθενειών. Φαίνεται μάλιστα πως ο Επίκουρος συνόδευε τη μητέρα σε αυτές τις κερδοσκοπικές περιοδείες της.

Παρά την οικονομική δυσπραγία των γονέων του, ο Επίκουρος είχε μια καλή αγωγή και μόρφωση. Είναι εξακριβωμένο, ότι υπήρξε μαθητής του πλατωνικού ΙΙαμφίλου και του δημοκριτικού Ναυσιφάνους. Η ομολογία του όμως, ότι η φιλοσοφία του είναι έργο των χειρών του και ότι δεν οφείλει σε κανέναν τίποτα, δεν είναι πολύ κολακευτική για τη διδασκαλία των δύο αυτών φιλοσόφων και δείχνει για μυριοστή φορά, ότι μπορεί κάποιος να γίνει, παρά τους διδασκάλους του, ο ίδιος ικανός άνθρωπος. Ίσως όμως στον ισχυρισμό αυτό του Επίκουρου να υπάρχει και μία δόση ματαιοδοξίας, από την οποία δεν ήταν απαλλαγμένος ο διαπρεπής αυτός φιλόσοφος. Οπωσδήποτε είναι βέβαιο, ότι η διδασκαλία του πλατωνικού φιλοσόφου δεν καρποφόρησε μέσα του, εκτός εάν θεωρήσει κανείς σαν καρπό της την άκρα αντίθεση της κοσμοθεωρίας του με τη φιλοσοφία του Πλάτωνα. Εξ ίσου βέβαιο είναι ότι η φιλοσοφία του Δημόκριτου άσκησε, λόγω των γενικών της κατευθύνσεων, τέτοια επίδραση στον Επίκουρο, ώστε την έθεσε αργότερα σα βάση της κοσμοθεωρίας του. Για το σημείο αυτό θα μιλήσουμε διεξοδικά παρακάτω.

Σύμφωνα με την ομολογία του ο Επίκουρος άρχισε να ασχολείται με την φιλοσοφία από δέκα τεσσάρων ετών. Διάβασε τη θεογονία του Ησιόδου και σ’ αυτή τους στίχους:

Χαίρετε, τέκνα Διός δότε δ’ ίμερόεσσαν αοιδήν.
κλείετε δ’ αθανάτων ιερόν γένος αιέν εόντων,
οι γης εξεγένοντο και ούρανου αστερόεντος,
νυκτός τε δνοφερής, ούς θ’ αλμυρός έτρεφε πόντος.
Είπατε δ’ ως τα πρώτα θεοί και γαια γένοντο,
και ποταμοί και πόντος απείριτος, οίδματι θύων,
άστρα τε λαμπετόωντα και ουρανός ευρύς ύπερθεν,
οι τ’ εκ των εγένοντο θεοί, δωτήρες εάων,
ως τ’ αφενον δάσσαντο και ως τιμάς διέλοντο.
ηδέ και ως ταπρώτα πολύπτυχον έσχον ’Όλυμπον,
ταύτά μοι έσπετε Μούσαι Ολύμπια δώματ' έχουσαι
εξ αρχής, και είπαθ' ότι πρώτον γένετ’ αυτών.»

Και οι μούσες απαντούν:

«’Ήτοι μεν πρώτιστα χάος γένετο», και ο νεαρός φιλόσοφος ρωτά τους δασκάλους του: Εάν τα πάντα γεννήθηκαν από το χάος, από πού προήλθε το ίδιο το χάος; Οι δάσκαλοι ήσαν ανίκανοι να δώσουν κάποια απάντηση που να μπορεί να ικανοποιήσει τον Επίκουρο, ο οποίος απογοητευμένος αποφάσισε να φιλοσοφήσει μόνος του, σαν αυτοδίδακτος, όπως ονομάζονται περιφρονητικά αυτοί που δεν ακολουθούν κατά γράμμα τα δόγματα των Σχολών. Άρχισε να σκέπτεται με το δικό του μυαλό και δεν θεωρούσε σαν απόλυτη αλήθεια τους λόγους των άλλων και μάλιστα αυτούς που ήσαν κενοί εννοιών.

Στην ηλικία των δέκα οκτώ ετών μετέβη στην Αθήνα, πατρίδα του πατέρα του, για να προσφέρει τις υπηρεσίες του σαν έφηβος. Ως γνωστόν, οι νέοι υποχρεούνταν στην εκτέλεση στρατιωτικών ασκήσεων για δυο ολόκληρα χρόνια, μετά το τέλος των οποίων αναγράφονταν σαν ενήλικοι στο μητρώο των πολιτών. Μέσα στο ιερό της Αγλάμου (1) οι έφηβοι οπλίζονταν με ασπίδα και δόρυ και υποχρεούνταν να μάχονται υπέρ βωμών και εστιών. Η Αθήνα διέτρεχε εκείνη την εποχή ένα στάδιο πολιτικής παρακμής, αλλά ο πολιτισμός εξακολουθούσε να είναι ακόμη πάντα θαλερός στο ιερό άστυ της Παλλάδας και ο νεαρός Επίκουρος υπέστη κατά τη διετή διαμονή του στην Αθήνα σίγουρα την επίδραση της κοιτίδας της φιλοσοφίας και των τεχνών, είτε στο εξής: ότι η θεολογική πνοή της Πλατωνικής Ακαδημίας εκείνη την εποχή τον κατέστησε σε όλη του τη ζωή πολέμιο της θεωρητικής θρησκείας και ένθερμο οπαδό της «ηθικής φιλοσοφίας», είτε διότι το πολιτικό χάος και η κατάπτωση της πολιτείας των Αθηνών γέννησαν μέσα του την αποστροφή προς κάθε ενεργό ανάμιξη με την πολιτική, η οποία αυτή αποστροφή βρίσκει τόσο στη ζωή όσο και στη διδασκαλία του Επίκουρου τη δική της έκφραση.

(1) Η Άγλαμος ήταν σύμφωνα με τον αττικό θρύλο κόρη του Κέκροπα, του πρώτου βασιλιά της Αττικής. Η ηγεμονίδα αυτή, σε κάποιο πόλεμο, γκρεμίστηκε από την Ακρόπολη για να σώσει την πατρίδα της και το ιερό της βρισκόταν στους βόρειους πρόποδες της Ακρόπολης.

Η θεολογική πνοή της Πλατωνικής Ακαδημίας ενσαρκώνεται αυτούς τους χρόνους στον τρίτον προϊστάμενό της μετά τον Πλάτωνα και τον Σπεύσιππο, τον Ξενοκράτη, στον οποίο φαίνονται να εκηλώνονται περισσότερο οι μυστικοπαθείς, θρησκευτικές τάσεις του γηραιού Πλάτωνα. Μία μυστικιστική διδασκαλία, που συνδέει τα πάντα με τον αριθμό τρία. Μια άλλη απόκρυφη διδασκαλία, που αναφέρεται στους θεούς, σε κάποια αρσενική και θηλυκή θεότητα και σ’ ένα πλήθος αγαθών και μοχθηρών δαιμόνων. Μία μυστικοπαθής, ασκητική ηθική, που συνίσταται κατά το πλείστον στην απολύτρωση της ψυχής από τα δεσμά του αισθησιακού κόσμου, ήταν τα κύρια σημεία της φιλοσοφίας του. Είναι αμφίβολο αν ο Επίκουρος παρακολούθησε τις διδασκαλίες του Ξενοκράτη. Οπωσδήποτε οι αρνητικές σχέσεις της κοσμοθεωρίας του προς τη θεολογική φιλοσοφία του Ξενοκράτη δεν αποκλείουν την πιθανότητα να τη μελέτησε κατά τη διαμονή του στην Αθήνα.

Όταν ο Επίκουρος τελείωσε τη διετή εφηβική θητεία του, ο Μέγας Αλέξανδρος δεν βρισκόταν πια στη ζωή και οι Αθηναίοι ελπίζοντας ότι είχε έλθει η κατάλληλη στιγμή να αποτινάξουν τη μακεδονική δεσποτεία, ξεκίνησαν τον Λαμιακό πόλεμο, ο οποίος, ενώ ήταν γεμάτος ελπίδες και ευοίωνος αρχικά γι’ αυτούς, τελείωσε με οικτρή ήττα τους. Έτσι η πολιτική τύχη των Αθηνών περιήλθε στα χέρια του Περδίκα, ο οποίος τους αφαίρεσε τις αποικίες τους, μεταξύ αυτών και τη Σάμο, και εκδίωξε τους αποίκους από τα εδάφη που είχαν καλλιεργήσει. Ο πατέρας του Επίκουρου αναγκάστηκε να εγκαταλείψει και αυτός τη Σάμο και να μεταβεί εξόριστος στην Κολοφώνα, συνοδευόμενος από το γιο του. Καμιά πληροφορία δε διαθέτουμε για τα επόμενα δέκα χρόνια της ζωής του φιλοσόφου. Φαίνεται όμως ότι ο Επίκουρος τα πέρασε προπονούμενος ως διδάσκαλος της φιλοσοφίας, διότι το 316 τον βρίσκουμε, σε ηλικία ήδη τριάντα δύο ετών, σαν τέτοιο δάσκαλο στη Λέσβο και αργότερα στη Λάμψακο, στις ασιατικές ακτές του Ελλησπόντου, ενός ξακουστού κέντρου της Ιωνικής «φυσικής φιλοσοφίας». Εκεί έδρασε για κάποια χρόνια και απόκτησε τους πιστότερους και διασημότερους μαθητές του: τον Μητρόδωρο, τον ΙΙολύαινο, τον Ιδομενέα και τον Λεόντιο. Στην Λάμψακο διατηρήθηκε μάλιστα φιλοσοφική κοινότητα με την οποία ο Επίκουρος αντάλλασσε επιστολές και την οποίαν συχνά τιμούσε με την προσωπική του παρουσία.

Όπως λέει ορθότατα ο Σβαρτζ (Schwartz), ο Επίκουρος διαισθάνθηκε με εκείνο το ένστικτο που διακρίνει περισσότερο τους ιδρυτές θρησκειών παρά τους απλούς φιλοσόφους, ότι η διδασκαλία του δεν είχε καμιά ελπίδα να επιβληθεί και να εξελιχθεί σε μια ακαταμάχητη δύναμη, αν δεν τολμούσε να συναγωνισθεί σθεναρά τις πανίσχυρες οργανώσεις του ΙΙλάτωνα και του Θεοφράστη, δηλαδή την Ακαδημία και την Περιπατητική Σχολή. Γι’ αυτό το λόγο μετέβη το 300 π.Χ στην Αθήνα και ίδρυσε στο ιοστεφές άστυ δική του Σχολή, την εποχή περίπου που ο Ζήνωνας συνέστησε σε αυτή τη πόλη τη φιλοσοφική σχολή της Στοάς. Όπως αυτή ονομάστηκε από την «Ποικίλη Στοά», έτσι και η Σχολή του Επίκουρου οφείλει το όνομά της στον πολυθρύλητο εκείνο κήπο, που είχε αποκτήσει ο Επίκουρος και μέσα στον οποίο διέμενε συνήθως με τους μαθητές του. Η Σχολή του ονομάστηκε λοιπόν «Κήπος του Επίκουρου» και όσοι φοιτούσαν σε αυτήν «οι εκ του Κήπου».

Για σαράντα ολόκληρα χρόνια η προσωπικότητα του διδασκάλου ήταν το πνευματικό κέντρο της Σχολής. Γύρω από αυτόν συγκεντρωνόταν κάθε φορά ένας ιδεώδης φιλικός κύκλος, ενώ η λατρεία προς τον αποθεωθέντα διδάσκαλο, η ισότητα των φιλοσοφικών αρχών, η απόλαυση που παρείχαν οι γνήσιες φιλικές σχέσεις που φώτιζαν και διαθέρμαναν και τις μάλλον επουσιώδεις καταστάσεις της ζωής, συγκρατούσε το μικρό αυτό κύκλο του Επίκουρου με θρησκευτική δύναμη και με εσώτατους και αδιάρρηκτους δεσμούς.

Τον Κήπο του Επίκουρου επισκέπτονταν και εκπρόσωποι του ωραίου φύλου: για παράδειγμα η Θέμιστα, η σύζυγος του Λεοντίου, Το ότι γίνονταν δεκτές στον κύκλο των Επικούρειων και εταίρες, όπως η πνευματώδης Λεόντιον, που συζούσε μαζί με τον μαθητή και φίλο του Επίκουρου Μητρόδωρο, δεν μπορεί να εκπλήξει όσους γνωρίζουν τη ζωή της Ελληνικής αρχαιότητος. Οι εταίρες δεν διακρίνονταν μόνον για το υπέροχο φυσικό κάλλος τους, αλλά και για την άρτια μόρφωσή τους και τραβούσαν την προσοχή και το ενδιαφέρον των ανδρών, πόσο μάλλον όταν οι σύζυγοι των αστών και τα κορίτσια, λόγω της μικρής μόρφωσής τους, δεν μπορούσαν να αναμετρηθούν με τις εταίρες, ούτε και είχαν το δικαίωμα να συμμετέχουν στα συμπόσια και στις συναναστροφές των ανδρών. Η Ασπασία του Περικλή, η Λαϊς, η Φρύνη, η Θαϊς, ερωμένη του Αλεξάνδρου, είναι διάσημες εκπρόσωποι των κλασσικών εταιρών, στη χορεία των οποίων ανήκει δίκαια και η Λεόντιον. Το να θεωρήσουμε τις σχέσεις των Επικούρειων με αυτές τις γυναίκες σαν ηθικά επιλήψιμες, θα έδειχνε ιστορική άγνοια και ανόητη σεμνοτυφία.

Η σχολή των Επικούρειων αναγκάστηκε να αγωνιστεί για την εξασφάλιση της ολικής υποστάσεώς της. Τα πράγματα ήταν διαφορετικά με την πλούσια Ακαδημία και την Περιπατητική Σχολή. Η Σχολή των Επικούρειων ήταν πάντα πτωχότατη και τα υλικά μέσα της ποτέ δεν ήσαν αρκετά για να διάγουν οι οπαδοί του Επικούρου πράγματι τη ζωή εκείνη, που πολλοί ακόμη και σήμερα φαντάζονται, ότι ζούσαν αυτοί οι φιλόσοφοι. Η Σχολή αυτή ζούσε απλούστατα και εγκρατέστατα. Τα μέλη που την αποτελούσαν αρκούνταν σε μια μικρή κούπα κρασιού ή μόνο σε νερό και σε ένα κομμάτι ξερού ψωμιού. Σε μια επιστολή του Επίκουρου διαβάζουμε: «Στείλε μου λίγο τυρί για να φάω κι εγώ, έστω και μία φορά μια γευστική λιχουδιά, εάν έχω όρεξη γι’ αυτό». «Αυτός ήταν ο άνδρας, που επιδίωξε την ηδονή ως τελικό σκοπό της ζωής του!» ανακράζει ο Διογένης ο Λαέρτιος.

O Επίκουρος φαίνεται, ότι δεν απαίτησε ποτέ από τους μαθητές του ορισμένα δίδακτρα, όπως έπρατταν κατά κανόνα άλλοι φιλόσοφο. Τακτικά βοηθήματα για τη συντήρηση του εαυτού του και της σχολής του ελάμβανε από μερικούς φίλους του, που είχε ευνοήσει η τύχη περισσότερο από τους άλλους. Σε κάποια επιστολή του παρακαλεί ένα φίλο του, το όνομα του οποίου δεν αναφέρεται, να εξακολουθήσει να δίνει τα βοηθήματα που του χορηγούσε στα παιδιά του Μητρόδωρου, για πέντε έως έξη χρόνια μετά τον θάνατό του. Σε μια άλλη επιστολή ανακοινώνει σε δυο φίλους του, ότι δεν θα δεχόταν από τον καθένα περισσότερο από 120 δραχμές και σε κάποια πολιορκία των Αθηνών ο ίδιος διένειμε στους μαθητές του την πενιχρή μερίδα του σύμφωνα με την εξής ηθική του αρχή: σε καιρό σιτοδείας και λιμού ο σοφός πρέπει να δίνει από το να λαμβάνει, διότι αυτός κατέχει ένα μέγιστο θησαυρό: την αυτάρκεια.

Ο Επίκουρος, που εκτιμιόταν και λατρευόταν τόσο πολύ από τους φίλους του, δεν γλύτωσε από πολλούς δεινούς κατηγόρους, καθώς κανείς από αυτούς που εγκαταλείπουν το βέβηλο όχλο και βαδίζουν το δικό τους δρόμο δεν γλυτώνει από τους κακόβουλους και αγνώμονες κριτές. Κατηγορήθηκε σαν λάγνος, ακόλαστος, κόλακας, αμαθής και φιλοκατήγορος. Οι κατήγοροι όμως αυτού του ανδρός, λέει ο Διογένης ο Λαέρτιος, είναι παράφρονες, διότι την ευγενική και φιλάλληλη συμπεριφορά προς όλους του Επικούρου τη βεβαίωσαν μάρτυρες αναμφισβήτητου κύρους. Η πατρίδα τίμησε τον φιλόσοφο αυτό με ανδριάντες από χαλκό και είναι τόσοι πολλοί οι φίλοι του, που καμία πόλη δε θα μπορούσε να τους περιλάβει. Η ευγνωμοσύνη αυτού του άνδρα προς τους γονείς του, συμπεραίνει ο Λαέρτιος, η καλοκαγαθία του προς τους αδελφούς, η μειλιχιότητα και προσήνειά του προς τους δούλους του και η εν γένει φιλανθρωπία του είναι ένα αναμφισβήτητο γεγονός. Παρόμοια αναμφισβήτητο γεγονός είναι η λιτότητα του βίου του, ο σεβασμός του προς τους θεούς και η αγάπη του προς την πατρίδα, την οποία δεν μπορεί να περιγράψει κάποιος με λέξεις. Ο Επίκουρος δεν αναμίχτηκε με την πολιτική, λόγω υπερβολικής μετριοφροσύνης. Παρότι η Ελλάδα διατελούσε υπό το κράτος αντίξοων περιστάσεων. Παρότι η κατάστασή της ήταν πολύ κρίσιμη, ο Επίκουρος δεν εγκατέλειψε την πατρίδα του, για να ζήσει ευτυχέστερος αλλού.»

Η εικόνα αυτή του Επίκουρου φαίνεται υπέρμετρα κολακευτική και εξιδανικευμένη. Γιατί τάχα ο Επίκουρος δεν θα είχε το δικαίωμα να εκστομίσει κάποια δηκτική λέξη εναντίον εκείνων των φιλοσόφων που περιφρονούσαν τη διδασκαλία του ή την καταδίκαζαν αμείλικτα; Για ποιο λόγο δεν θα δικαιούταν να αποδείξει, με φαινομενικά υπεροπτικές φράσεις, την υπεροχή της κοσμοθεωρίας του έναντι των θεωριών μιας κλίκας φιλοσόφων; Γιατί δεν θα είχε το δικαίωμα να συμμετάσχει σε ένα πλούσιο γεύμα αυτός, ο οποίος ήταν συνήθως τόσο λιτός και εγκρατής; Ποιος θα μπορούσε να απαγορεύσει στον Επίκουρο, να συνδιαλέγεται με πνευματώδεις και ωραίες γυναίκες αυτός, ο οποίος δίδασκε την τέχνη του ζην μέσω τους κάλλους και των αισθητικών απολαύσεων;

Το μεγαλείο του Επίκουρου, ο οποίος απέφυγε πάντοτε το μικρό και το ταπεινό, αποδεικνύει ήδη καταφανέστατα ο μάκρος βίος της Σχολής του, η οποία επέζησε σχεδόν όλων των άλλων φιλοσοφικών Σχολών, έχοντας πολυάριθμους κάθε φορά οπαδούς. Τέτοια μάλιστα ήταν η σφραγίδα που απέθεσε σε αυτήν η προσωπικότητα του Επίκουρου, ώστε για πολλούς αιώνες διατήρησε την ακμή και το σφρίγος της. Καμιά εκκλησία δεν έμεινε τόσο πιστή στις βασικές αρχές της όσο η φιλοσοφική αυτή κοινότητα, η οποία, χωρίς αφορισμούς, αναθεματισμούς και καταδιώξεις εναντίον αιρετικών, κατόρθωσε να αποφύγει κάθε αποσυνθετική κατάπτωση και η οποία εφόσον καλλιεργούσε τον αρχαίο πολιτισμό, αποκτούσε πάντοτε οπαδούς που παραδέχονταν εκουσίως τις αρχές της. Η Σχολή των Επικούρειων καταγράφει μία μόνον αποσκίρτηση: αυτή του Τιμοκράτη, αδελφού του Μητρόδωρου και μία μόνον αποστασία: αυτή του Μητρόδωρου από τη Στρατονίκη, ο οποίος αυτομόλησε στη Σχολή του Καρνεάδη. Το πόσο λατρευόταν ο ιδρυτής αυτής της κοινότητας, δείχνει το γεγονός, ότι όχι μόνον εορταζόταν η επέτειος της γέννησής του, αλλά του ήταν επίσης αφιερωμένη η εικοστή ημέρα κάθε μηνός, η οποία εορταζόταν με μεγαλοπρέπεια. Ο Επίκουρος θέρισε τους καρπούς της αγάπης, την οποία έσπειρε παντού. Οι μαθητές του τον λάτρευαν σαν θεό και η ηρωολατρεία αυτή ασκούταν με τέτοια θρησκευτική ευλάβεια και κατάνυξη, σα να επρόκειτο για κάποια θεία μυσταγωγία. Και μετά από την πάροδο τετρακοσίων ετών διατηρούταν τόσο ακμαία η λατρεία προς αυτόν των οπαδών του, ώστε ένας από τους πιο ενθουσιώδεις θαυμαστές του λάξευσε πάνω σε μια στήλη στην Οινοάνδη της Λυκίας αποσπάσματα επιστολών του, αποφθέγματα και κομμάτια φιλοσοφικού περιεχομένου για την διδασκαλία των ντόπιων και των ξένων που επισκέπτονταν αυτή την πόλη.

Σα συγγραφέας ο Επίκουρος ήταν δημιουργικός, όσον κανείς άλλος. Τα άπαντά του περιελάμβαναν τριακόσιους κυλίνδρους. Δημιουργικότερος συγγραφικά υπήρξε μόνον ο στωικός Χρύσιππος. Ενώ όμως ο Χρύσιππος ανέφερε χωρία άλλων συγγραφέων σε τόσο μεγάλο αριθμόν που δύσκολα μπορούσε να διακρίνει κάποιος ανάμεσα στο πλήθος των ξένων γνωμών τις δικές του φιλοσοφικές αντιλήψεις, τα έργα του Επίκουρου δεν ανέφεραν κανένα απολύτως χωρίο ξένου συγγραφέα. Αυτή μάλιστα η αποσιώπηση παρεξηγήθηκε και κατακρίθηκε από τους σοφούς, που ποθούσαν διακώς να βλέπουν να αναφέρονται παντού οι γνώμες τους, όπως ακριβώς παρεξηγήθηκε και κατακρίθηκε η σαφήνεια του ύφους του, η οποία θεωρήθηκε σαν επιπολαιότητα από τους σκοτεινούς και απατηλούς συγγραφείς, τους ανίκανους να διατυπώσουν μια σαφή σκέψη. Εάν βάλουμε μπροστά στα μάτια μας, λέει ο Φρειδερίκος Αλβέρτος Lange (Geschichte des Materia, lismus) τα τρία παρακάτω σημεία: α) ότι ο Επίκουρος ήταν αυτοδίδακτος, ότι μισούσε και αποστρεφόταν τη διαλεκτική και ότι μεταχειριζόταν μια σαφή και απέριττη γλώσσα και τέλος γ) ότι δεν έκανε μνεία κανενός ξένου συγγραφέα στα έργα του και ότι αγνοούσε κατά κανόνα αυτούς που είχαν διαφορετικούς από αυτόν αντιλήψεις, θα δούμε την αιτία του μίσους, που έτρεφαν πολλοί επαγγελματίες φιλόσοφοι εναντίον του. Η μομφή της επιπολαιότητας, που απέδιδαν σε αυτόν οι εχθροί του, προήλθε από την ίδια πηγή, διότι ακόμη και σήμερα υπάρχει παντού η τάση να ανακαλύπτουμε το βάθος ενός συστήματος στην ακατανόητη σχηματική διατύπωση επάλληλων φράσεων.

Από τα πολλά έργα του Επίκουρου κανένα δεν διεσώθη. Οι θαυμαστές του ελληνικού πολιτισμού βρίσκονται και πάλι μπροστά στο λυπηρό γεγονός, ότι οι περισσότεροι ανεκτίμητοι θησαυροί είναι θαμμένοι κάτω από την τέφρα, στην οποία μετέβαλε την Ελληνική σοφία η νοοτροπία της Ανατολής, ενώ πολλά ανάξια λόγου έργα έφτασαν μέχρι εμάς, σαν κοινή κτήση της ανθρωπότητας απλά και μόνον, επειδή θεωρήθηκαν σαν ιερά κειμήλια από την κατισχύσασα εκείνη νοοτροπία.

Από τα έργα του Επίκουρου διασώθηκαν, εκτός από τη διαθήκη του και μια σύντομη επιστολή, τρεις μόνον επιστολές διδακτικού περιεχομένου. Από αυτές τις τρεις επιστολές η μία προς τον Ηρόδοτο περιλαμβάνει μια σκιαγραφία της διδασκαλίας περί φύσεως του Επικούρου, μια άλλη προς τον Φυτοκλέα μετεωρολογικές παρατηρήσεις, και η τρίτη προς τον Μενοικέα ηθικά παραγγέλματα. Περίληψη της ηθικής διδασκαλίας του δίνουν οι «Κύριαι δόξαι» του Διογένη τον Λαέρτιου, δηλαδή θεμελιώδη προς απομνημόνευση αποφθέγματα του Επίκουρου, που συνδέονται με την ηθική. Ο στωικός Σενέκας αναφέρει πολυάριθμες ρήσεις του Επίκουρου και τον εκτιμά και τον σέβεται με ένα διαφορετικό τρόπο απ’ ό,τι οι περισσότεροι φιλόσοφοι της Στοάς.

Η επίδραση του Επίκουρου εκτείνεται πέρα από τα όρια της Ελλάδος. Ο Πλούταρχος αναφέρει θαυμαστές του φιλοσόφου στην Ασία και στην Αίγυπτο. Ο Διογένης ο Λαέρτιος λέει, ότι οι οπαδοί του Επίκουρου θα γέμιζαν ολόκληρες πόλεις και ο Κικέρων μιλάει για έναν magni greges amicorum, ένα πλήθος φίλων, οι οποίοι περιστοίχιζαν το μεγάλο φιλόσοφο. Εξάλλου ακούμε από αυτόν και κάποιο μαθητή του το παράπονο, ότι η Σχολή των Επικούρειων δεν είχε ληφθεί στα σοβαρά από την Ελλάδα. Ίσως οι 'Έλληνες επιστήμονες να μην εκτιμούσαν πράγματι αυτή τη Σχολή, αλλά ο Επίκουρος δεν είχε δίκιο να παραπονιέται γι’ αυτό, αφού η εκτίμηση των επιστημόνων στηρίζεται κάθε φορά στην αμοιβαιότητα, ενώ ο ίδιος ο Επίκουρος δεν απέκρυπτε, ότι δεν θαύμαζε, ούτε και εκτιμούσε καθεαυτή την πολυμάθεια. Εξάλλου η φιλοσοφία του Επίκουρου, ιδίως δε η πρακτική, ήταν αδύνατον να κατανοηθεί από τους πολλούς.

Στις επιστολές του προς τον Λουκίλιο ο Σενέκας λέει τα εξής: «Βλέπεις πόσο θαυμάζεται σήμερα ο Επίκουρος, όχι μόνον από τους μορφωμένους ανθρώπους, αλλά και από αυτές ακόμη τις απαίδευτες μάζες, ενώ στην Αθήνα όπου ζούσε ήταν άγνωστος». Στην επιστολή, στην οποία εγκωμιάζει ο Επίκουρος με πλήρη ανάμνηση ευγνωμοσύνης την γνήσια φιλία του με τον Μητρόδωρο, δηλώνει ότι τα αγαθά που οφείλει στην αθάνατη Ελλάδα, δεν του επιτρέπουν να την κακίσει, επειδή η χώρα αυτή της φιλοσοφίας και της ποίησης δεν εκτίμησε με αξία αυτόν και τον Μητρόδωρο. Ο δε Μητρόδωρος λέει στην επιστολή του, ότι αυτός και ο Επίκουρος δεν είναι ένδοξοι, αλλά - προσθέτει υπερήφανα - θα έλθει η εποχή, κατά την οποία θα λάβουν στη συνείδηση του κοινού τη θέση που αρμόζει και στους δύο.

Το ότι άλλωστε ο Επίκουρος δεν επιδίωξε ποτέ να γίνει γνωστός σε ευρύ κύκλο, αποδεικνύει ένα χωρίο μιας επιστολής του, που διασώθηκε από τον Σενέκα. «Τούτο», γράφει ο Επίκουρος προς κάποιον οπαδό που ασχολείται με τις επιστήμες, «δεν το έγραψα για τους πολλούς, αλλά για σένα και μόνον. Είμαστε ο ένας για τον άλλο αρκετό κοινό». Αναφέρουμε και μια άλλη χαρακτηριστική φράση του διδασκάλου.

«Ουδέποτε επιδίωξα, λέει ο Επίκουρος, να αρέσω στον λαό, διότι ό,τι εγώ εννοώ, δεν αρέσει σε αυτόν και ότι αρέσει στο λαό, δεν μπορώ εγώ να το εννοήσω».

Όπως εν γένει η Ελληνική φιλοσοφία, έτσι και η φιλοσοφία του Επίκουρου εισήχθη στη Ρώμη στις αρχές του δευτέρου αιώνα, δηλαδή εκατό μόλις χρόνια μετά το θάνατο του Επίκουρου. Η συντηρητικότητα των Ρωμαίων αντέδρασε ισχυρά στη διεισδυτική δύναμη που απειλούσε να εκτοπίσει το πνεύμα της παλιάς ευσέβειας. Κατά την υπατεία του Λ. Ποστουμίου (173) απελάθηκαν από τη Ρώμης δύο Επικούρειοι: ο Αλκαίος και ο Φιλίσκος «λόγω της καταστρεπτικής επιρροής που ασκούσαν πάνω στους νέους», ενώ ο Πλούταρχος αναφέρει, ότι σε μερικές πόλεις είχαν ληφθεί δρακόντεια μέτρα κατά των οπαδών του Επίκουρου. Η πολιτική όμως και οικονομική κατάσταση της Ρώμης υπήρξε αφορμή για να αποβεί το πνεύμα της εποχής παρόμοιο με εκείνο, που υπήρξε πριν διακόσια χρόνια στην Ελλάδα. Και όπως εκείνο το πνεύμα γέννησε τον «Κήπο» και την «Στοά», έτσι υπήρξε πάλι ευμενές και προς τους Στωικούς και τους Επικούρειους, που ζητούσαν νέο πεδίο δράσης.

Ο πρώτος φιλόσοφος, που προσπάθησε να εισάγει τη φιλοσοφία του Επίκουρου στη Ρώμη στο έτος 150, ήταν ο Αμασίνος και η φιλοσοφία αυτή βρήκε, λόγω της ευστροφίας και σαφήνειάς της, πολυάριθμους οπαδούς.

Κατά την εποχή του Κικέρωνα (106 - 43) ο αριθμός των Επικούρειων στη Ρώμη ήταν σημαντικός. Ο ίδιος ο Κικέρων ομιλεί στα φιλοσοφικά του έργα εκτενώς για τον Επίκουρο, αν και όχι με πολλή εμβρίθεια. O Ρωμαίος ρήτορας παρακολούθησε μαζί με το φίλο του Αττικό το 79 .Χ στην Αθήνα δύο ένδοξους εκίνα τα χρόνια Επικούρειους: τπ Φαίδρο και τον Δία. Επικούρειος ήταν και εκείνος ο Κάσσιος, ο οποίος μαζί με τον στωικό Βρούτο τέθηκε επί κεφαλής της γνωστής συνωμοσίας εναντίον του Καίσαρα.

Περισσότερο όμως από οποιοδήποτε άλλον προήγαγε και ενίσχυσε τη φιλοσοφία του Επίκουρου ο Λουκρήτιος (97 - 15). Στο φιλοσοφικό του ποίημα «Περί Φύσεως» στηρίχθηκε, όπως φαίνεται, πλήρως στη διδασκαλία περί φύσεως του Επίκουρου, γι’ αυτό και αυτό το έργο πρέπει να θεωρηθεί σα μια ανεκτίμητη πηγή για τη γνώση της επικούρειας φιλοσοφίας. Επειδή θα βρεθούμε πολλές φορές στην ανάγκη να μνημονεύσουμε αυτή την πραγματεία και τον Λουκρήτιο, κρίνουμε σκόπιμο να πούμε μερικά λόγια γι’ αυτόν και το έργο του. Εδώ όμως οφείλουμε να αρκεσθούμε στα εμπνευσμένα λόγια του Ιταλού συγγραφέα Gulielmo Ferrero, ο οποίος στο διάσημο σύγγραμμά του «Μεγαλείο και Κατάπτωση των Ρωμαίων» (Τόμ. I, σελ. 328 και εφεξής) λέει τα εξής:

«Στη μέση της καταιγίδας του πομπηϊανού χάους, που προήλθε από τους εμφύλιους πολέμους του Πομπηίου, του Καίσαρα και του Κράσσου, που διεκδικούσαν τη Ρωμαϊκή πρωτοκαθεδρία, εμφανίστηκε μια γαλήνη, κατά την οποία οι πολιτικοί και οι στρατιωτικοί ησύχασαν. Το ρεύμα του μεγαλειώδους, που χαρακτηρίζει αυτή την εποχή, δεν εμφανίζεται σε αυτούς που χειρίζονται τα όπλα, αλλά σε έναν άνδρα της γραφής, ο οποίος ζούσε κρυμμένος σε μια γωνιά της Ρώμης, ασχολούμενος με τη συγγραφή ενός από τα πιο παράτολμα και πιο μνημειώδη έργα της λατινικής φιλολογίας. Αυτός ήταν ο Τίτος Λουκρήτιος Κάρος, ένας μικρός ίσως εισοδηματίας, που περνούσε τη ζωή του στη Ρώμη, ζώντας από τα εισοδήματα ενός κτήματός του. Πάσχωντας από μια φοβερή ασθένεια που οι ψυχίατροι ονομάζουν περιοδική παραφροσύνη και η οποία συνίσταται στην απότομη μετάπτωση από τη διεγερτική μανία σε μια βαριά μελαγχολία, ο μεγαλοφυής αυτός άρρωστος εγκατέλειψε την πολιτική και επιδόθηκε στην επιστήμη. Ο Λουκρήτιος με τα βιβλία του, ερχόμενος σε φιλική επικοινωνία με λίγα μόνον υψηλά πρόσωπα, χωρίς φιλοδοξία, χωρίς πόθο υλικών κερδών, «έβρισκε την ευδαιμονία του αποκλειστικά στη μελέτη του απείρου, όπως του το είχε διδάξει ο Επίκουρος: τα πάντα είναι γεμάτα από άτομα που αστράπτουν στη μέση των αστέρων, τα πάντα κατοικούνται από κόσμους, ενώ η Ρώμη δεν ήταν τίποτε άλλο από μία σκόπελος, χαμένη στη μέση του αχανούς ωκεανού του σύμπαντος.

Αλλά ο Λουκρήτιος δεν ήταν ένας απλός ερασιτέχνης, που εγκατέλειψε τον σθεναρώς κινούμενο κόσμο πίσω του, για να διασκεδάσει με εγωιστικές απολαύσεις την άρρωστη ψυχή του. Τουναντίον ο Λουκρήτιος ήταν μια πυρίπνους δημιουργική δύναμη, ένας ακαταπόνητος εργάτης, και στο σπουδαστήριό του είχε τόση ακόρεστη φιλοδοξία, όση και ο Λούκουλλος ανάμεσα στη κλαγγή των όπλων στο στρατόπεδο. Γράφει μια σειρά από αθάνατους στίχους με τους οποίους παροτρύνει τους συγχρόνους του να εκθρονίσουν τους αρχαίους θεούς που λάτρευαν. Βαδίζει μόνος σα γενναίος πολεμιστής, όχι προς κατάκτηση νέων εδαφών διά των όπλων, αλλά για να γίνει με έναν αγώνα τιτάνα κυρίαρχος της πνευματικής φύσης.

Η γλώσσα των Λατίνων αγροτών ήταν εκείνους τους χρόνους άξεστη, πτωχή, ακατέργαστη και η τέχνη του λόγου αλάξευτη και ανεξέλικτη. Αλλά ο Λουκρήτιος την κατέστησε εύκαμπτη και ευλύγιστη. Σφυρηλάτησε τη Λατινική μέσα στη φωτιά της έμπνευσής του πάνω στον άκμονα της σκέψης, και ιδού η γλώσσα των Ρωμαίων πλαστική και εύστροφη. Δεν μεταχειρίστηκε μάλιστα την Λατινική που διέπλασε για να συντάξει μια ξερή και αφηρημένη θεωρία, αλλά μια γραφική και εμπνευσμένη φιλοσοφία του Σύμπαντος. Εξωτερίκευσε με αυτήν την ύψιστη πνευματική έξαρση και την μάλλον ηδυπαθή αποδεκτικότητα, με την οποία η ανθρώπινη ψυχή αποκαλύπτει τα εναλλασσόμενα στη ζωή ρεύματα του απείρου. Ο Λουκρήτιος βλέπει την ατέρμονη φύση άλλοτε μεν εντός σκοτεινών σκιών, και άλλοτε μεταξύ απαστράπτοντος φωτός, με ηδονή και οδύνη, όπως ακριβώς τα συναισθήματά του εναλλάσσονται κάτω από την επίδραση της ψυχικής του νόσου. Απεικονίζει με μια υπέροχη δεξιότητα τόσο τα ήπια όσο και τα τρομακτικά φαινόμενα της ζωής και της φύσης: το μειδίαμα της άνοιξης, που προσφέρουν στον άνθρωπο μετά από βροχή οι πράσινοι λειμώνες, τον γδούπο και τον τριγμό των καταιγίδων και των θυελλών στα δάση και στις πεδιάδες, την ακατάσχετη ροή των ποταμών, τη γοητευτική ηρεμία και τον δυσοίωνο γογγυσμό των θαλασσών, τον πόθο του θηριώδους ακόμη ανθρώπου για την ικανοποίηση των σωματικών του αναγκών και για την εξημέρωση. Τα δεινά του πολέμου, τον ανόητο φόβο του θανάτου, την άσβεστη δίψα του έρωτα, την αιωνιότητα και ενότητα της ζωής, που κυκλοφορεί στη φύση διαμέσου των εφήμερων μορφών. Η φιλοσοφία του Επίκουρου συνδέει όλα αυτά τα επεισόδια με μια ζωτικότατη ενότητα στο υπέροχο έργο του Λουκρήτιου, το οποίο είναι, εάν όχι το τελειότερο, τουλάχιστον, το πιο μεγαλοπρεπές όλων των προϊόντων της Λατινικής λογοτεχνίας.

Από το Γερμανικό Πρωτότυπο
Μετάφραση Ανδρέα Γ. Δαλέζιου
Διδάκτορος του Πανεπιστημίου της Ιένης
ΑΘΗΝΑΙ – 1926

Απόδοση στη Δημοτική από την καθαρεύουσα – «Ούτις»

Παραδίδοντας στο ελληνικό κοινό το περισπούδαστο έργο του Ερρίκου Σμιντ (Schmidt) με τίτλο «Ο Επίκουρος, Φιλοσοφία της Ηδονής» θεωρούμε καθήκον μας να προλογίσουμε τη μετάφρασή μας με μια σύντομη βιογραφία του συγγραφέα.

Ο δόκτωρ Ερρίκος Schmidt, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Ιένης, είναι ένας από τους διαπρεπέστερους βιολόγους, φιλοσόφους και φιλολόγους της σύγχρονης Γερμανίας. Διευθυντής στο βιολογικό αρχείο του Ερνέστου Χαίκελ στην Ιένη, έγραψε μια κλασσική μονογραφία για το μεγάλο αυτό σοφό, στην οποία πρόβαλε πολλά παλιά, άγνωστα και πολύ σημαντικά σημεία, που συνδέονται με τη ζωή και την επιστημονική γενικά δράση και σημασία του Ερνέστου Χαίκελ, του οποίου υπήρξε μαθητής.

Ένα άλλο μνημειώδες έργο του Ερρίκου Σμιντ είναι η «Ιστορία της Θεωρίας της Εξέλιξης», ένα σύγγραμμα που αποτελείται από 549 σελίδες, στο οποίο εκτίθενται με μεγάλη εμβρίθεια και σοφία οι συναφείς αντιλήψεις και ιστορίες για τη Θεωρία της Εξέλιξης δια μέσου των αιώνων, από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι σήμερα. Δυστυχώς ο χώρος δεν μας επιτρέπει να προβούμε σε μια λεπτομερή ανάλυση του πραγματικά τεράστιου έργου του Γερμανού αυτού πολυμαθούς επιστήμονα. Αρκεί να εγκωμιάσουμε εδώ το γεγονός, ότι ο Ερρίκος Σμιντ, βαθύς γνώστης και ενθουσιώδης θαυμαστής της ελληνικής αρχαιότητας, κατόρθωσε να περισυλλέξει τα disjecta membra ενός από τους μεγαλύτερους, αλλά παραγνωρισμένους φιλοσόφους, του Επικούρου, να τα συναρμολογήσει θαυμάσια και να σκιαγραφήσει ζωντανή την εικόνα του αθάνατου Έλληνα αισθητικού.

Στον καθηγητή Ερρίκο Σμιντ, καθώς και στον εκδότη του κ. Αλφρέδο Kroner στη Στουτγάρδη εκφράζουμε τη βαθύτατη ευγνωμοσύνη μας για την ευγενική προθυμία με την οποία μας χορήγησαν το δικαίωμα της μετάφρασης κι έκδοσης του «Επίκουρου».

Αθήναι, 1926, Ανδρέας Γ. Δαλέζιος



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Διαβάστε επίσης...

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...